Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

ΠΕΙΝΑΣεΜΕΝΑ.

όταν νοιώθω άβολα σκέφτομαι ένα δωμάτιο
που μέσα έχει πολλούς αμίλητους ανθρώπους,
των οποίων τα στομάχια ακούγονται και γκρινιάζουν
αλλά κανείς δε παίρνει την ευθύνη,
κιέτσι νοιώθω καλύτερα.

πεινασμένοι άνθρωποι περπατούν
στους δρόμους της πόλης,
θαρρείς κουβαλάνε αλάτι στης τσέπηστο μπουφάν
για να σε φάνε στη πρώτη ευκαιρία.

άνθρωποι ερωτευμένοι,
που λυσσάνε ο ένας για τον άλλον
κι όλοι μαζί ανακατεύονται και τρώγονται.
Eρωτευμένε , Ε
γλείψε μου το δάχτυλο
έχω ωραία γεύση γλείψτο,
πεινασεμένα.

πονεμένοι άνθρωποι στους δρόμους,
ψάχνουνε θερμίδες στα σκουπίδια
μερικοί κοιτάνε τον ουρανό,
κάποτε τα αεροπλάνα θα κουραστούν να πολεμάνε
θα μας ξαναπετάξουνε λίγη σοκολάτα.

κι εγώ που ταΐζω τους πάντες σιωπηλά
θα με πάρουνε μαζί τους στον αέρα,
μιας και το δικό μου το στομάχι ακούγεται πολύ
κι ο,τι τρώω
το ξερνάω μεθυσμένα στη λεκάνη

σκέφτομαι να με ταΐζουνε φιλιά και να χορταίνω,
μα σας κοιτάζω όλους εσάς που
με δυο ποτά και δυο τσιγάρα
παρακαλάτε για λίγη γαματοσύνη με ψωμί
κι αργά κι απλά
κι οριστικά,

μου κόβεται η όρεξη.