Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2015

στοχαμόπονος.

με το στομα χι μου κομπο ναυτικό
σαφτους του  /δρόμους
πτέρυγα γάμα όροφος δυο
πόσο δε μαρέσει να βολτάρω

στο σιδερένιο σου κρεβάτι
στηρίζομαι και βαριά αναστενάζω
προσπαθώ να στηρίξω ανθρώπινο πόνο
εμποδιάζομαι
ξεκουμπώνω το σουτιεν νανα σάνω βαθύτερα

μικρό παιδί έτρωγα τσίχλα μέντα
στην αρχή το τσιγάρο να μη μου μένει
και να μη με μυριστείς και χαλαστούμε

πρέπει να σταθώ στο ύψος μου
μα είμαι ψηλή και δυσκολεύομαι
με πιάνει πόνος στο στομάχι κάθε που πατάω
σαφτό το σκατοδώματο
και όλα αυτά τα σωληνάκια ρε δε ταντέχω

δεν έχει μπαλκόνι
καπνίζω στη ζούλα κάπου κρυμμένη
η αποκλειστική σου μου καβάτζωνει τον αναπτήρα
και της τον αφήνω να τον κρατήσει
αποκλειστικά δικό της

μικρό παιδί, για να μη μυρίζω τσιγαρίλα
έτρωγα τσίχλα μέντα
τώρα τις νύχτες μες στο καπνό
μετρώ μυαλά απο τσιμέντα.