Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

Τιγρη.γορος

Ένας ταρίφας χασικλής μαστούρωσε σε κούρσα
εδώ τουπα άσε να κατέβω στοπ
άντε μουπε ασεμε κατέβα στοπ
έχω έκτακτη κούρσα για Τέξας
και μαφησε στη διαχωριστική γραμμή του δρόμου
να κάνω κατακόρυφο και να τον χαιρετάω με τα ποδοδάχτυλα
ο ποδολαγνος ταρίφας χασικλής
και μπήκα και γω μέσα
με κάλεσε το ασανσέρ στον 13.
πήγα από τις σκάλες για να μη κουραστώ
ένας τίγρης εκεί μαγείρευε κοτόπουλο
να δοκιμάσω είπα μμμ
πολύ καλό τι είναι
καλέ πως είσαι έτσι τατουαριζμενη είπε
σαν εφημερίδα είσαι είπε
μμμ τι ωραία ζέβρα, να την δοκιμάσω είπε
ναι φυσικά σκέφτηκα
φυσικά και όχι απάντησα 
και ξεκίνησε να με κυνηγάει
μέχρι τον έκτο τραγουδούσαμε μπίλυ χόλυ ντεϊ
μέχρι τον τρίτο πίναμε και χαμουρευόμασταν
όταν φτάσαμε στο ισογειο κάλεσε ταξί και μέδιωξε
ο ποδολαγνος ταρίφας χασικλής ξανάρθε
είχε πιο σκούρο δέρμα πια
αντε μπες να φύγουμε στοπ
κι ο τίγρης με κοιτούσε έξω απο το λερωμένο τζάμι
μα ήτανε φιμε και δεν με έβλεπε κιόλας και πολύ
σχεδόν καθόλου

ξεκίνα μα πάνε αργά τουπα βιάζομαι
κι έφυγε με εκατό χιλιόμετρα την ώρα απευθείας
τραγουδούσε κι αυτός μπίλυ χόλυ ντεϊ
η τίγρης έγλυφε από μακριά τα χέρια του
κι εγώ φαταλιστικά έβαζα μάσκαρα 

σε καθρέφτη μεγέθους παιδικής πατούσας.



Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Δεν σκέφτομαι μα γράφω.

Εγώ ξυπνάω το πρωί νωρίς.
Εγώ πλένω τα δόντια μου.
Εγώ πάω στο πανεπιστήμιο.
Εγώ τρώω το θρεπτικό μου φαγητό.
Εγώ το απόγευμα διαβάζω τα μαθήματά μου.
Εγώ βλέπω τηλεόραση.
Εγώ πίνω ένα ποτήρι γάλα.
Εγώ φοράω τις πιτζάμες μου.
Εγώ πέφτω νωρίς για ύπνο.

Ας είμαστε ειλικρινείς.

Εγώ ξυπνάω απόγευμα.
Εγώ ξυπνάω με ανάσα μες στο αλκοόλ και τα τσιγάρα.
Εγώ σπουδάζω σε κάποια πόλη και μένω σε μια άλλη.
Εγώ τρώω σαβούρα ντελίβερυ πίτσα μπέργκερς.
Εγώ το βράδυ δουλεύω σε μπαρ.
Εγώ βάζω στους άλλους να πιουν τάλαμορ.
Εγώ γυρνάω ξημερώματα και βγάζω τα ρούχα μου όλα.
Εγώ πέφτω νωρίς το πρωί για ύπνο.

Ας είμαστε επεξηγηματικοί.

Εγώ ξυπνάω απόγευμα, βρίζω ατελείωτα που πρέπει να σηκωθώ από το κρεβάτι.Σηκώνομαι ώρα μετά κι ανάβω τσιγάρο ,κυκλοφορώ στο σπίτι γυμνή και μπροστά από το καθρέφτη λέω καλημέρα ,στους μαύρους μου κύκλους.Τα στομάχι μου, μου θυμίζει πως θέλει φαγητό κι εγώ το αγνοώ παντελώς.Κάνω ένα ντούζ,ψάχνω στα ρούχα μου μέσα ,να βρω κάποιο που να μη βρωμάει τόσο όσο τα άλλα και συνήθως τότε είναι που σκέφτομαι πως πρέπει να βάλω πλυντήριο, μα δε το βάζω , ανάβω τσιγάρο. Φεύγω από το σπίτι γεμάτη έξυπνες σκέψεις που όταν θα μπω μέσα απο τη μπάρα θα τις ξεχάσω όλες.Με μαεστρική μηχανικότητα ξεκινάω να  γεμίζω ποτήρια.Ποτήρια με νερό,με μπύρα, με ουίσκι ,με υγρά γενικότερα.Πίνω αμέτρητα σφηνάκια ,καπνίζω αμέτρητα τσιγάρα ,μπανίζω αμέτρητους ανθρώπους και από τα χέρια μου περνάνε λεφτά μετρημένα.Μετά από ώρες μένω μόνη στο μαγαζί με μια σκούπα και ένα μέτριο ηχοσύστημα.Τότε είναι καλή ώρα να ακούσω μουσική.Σε λίγο ξημερώνει.Μετά απο όλα αυτά τηλεφωνώ σε αυτόν που θέλω να δώ πιο πολύ από όλους μετά απο τόσους,σ'αυτόν που θέλω να μοιραστώ τις λίγες ώρες ακόμα μέχρι να κοιμηθούμε.Ίσως και σε κανέναν να μη τηλεφωνήσω,ανάλογα αν με έπρηξαν πολύ ή λίγο στη δουλειά.Και αφού ξημερώσει πέφτω γυμνή για ύπνο,με καμία δύναμη συνήθως να πλύνω τα δόντια μου ,με καμία διάθεση να αποχωριστώ τον ιδρώτα την τσιγαρίλα και το αλκοόλ απο το δέρμα μου.Και όσο για πλυντήρια έβαλα τόσα πλυντήρια με ποτήρια σήμερα που ένα ακόμα φαντάζει αηδία.Το χαμόγελό μου είναι συνέχεια ίδιο,τα μάτια μου ανοίγουν μέχρι κάποιο συγκεκριμένο σημείο και όχι περισσότερο,το δέρμα μου αγγίζει το λευκό και τα χείλια μου κολλάνε αργά μεταξύ τους.Πάλι ξέχασα να βάλω το ενοίκιο.Πάλι ξέχασα να φάω κάτι της προκοπής.Πάλι μου τελείωσαν τα τσιγάρα.

Εγώ ξέρω πως όλο αυτό δεν ακούγεται πολύ συναρπαστικό
αλλά ώρες ώρες είναι.
Εγώ ξέρω πως δεν είμαι πολύ ανέμελη και αέρινη
αλλά όταν είμαι, είμαι.
Εγώ ξέρω πως μπορείς να γίνεις πολύ καλή παρέα
κι αν θέλεις γίνε.
Εγώ ξέρω πως όλα φεύγουν κι έρχονται 
μα μέχρι τότε, μείνε.





Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

ΑΡΧΗ δια.

Εν αρχή αναρχία.
Τσιγάρα εδώ κι εκεί,μια τρομπέτα έπαιζε με τον εαυτό της κι ένα σαξόφωνο έτρεχε από πίσω της.Ο θείος καθόταν ήρεμος μόνος του στον κόσμο, σε μια κουνιστή καρέκλα.
Την πρώτη μέρα την πέρασε εκεί, τρώγοντας σογκοφρέτες γεμίζοντας τα γρασίδια με περισσότερα σκουπίδια.
Την δεύτερη ένοιωσε ολίγον δημιουργικός και καλλιτέχνης και βάλθηκε να φτιάχνει κουκλόσπιτα από σπασμένες λαμαρίνες,μπατζούρια και γυαλιά.Μέχρι που σε κάποια στιγμή έμπνευσης έκοψε καταλάθως το δάχτυλό του.
Η τρίτη μέρα τον βρήκε να πιπιλάει τον τραυματισμένο του αντίχειρα και η τέταρτη , να την παίζει ασταμάτητα έπειτα απο μια σειρά συνειρμών που τον καύλωσαν πολύ λόγω του πιπιλίσματος της προηγουμενης.
Την πέμπτη μέρα αφυδατωμένος πλέον, κατακλύστηκε απο ένα πνεύμα εθελοντισμού και ξεκίνησε να καθαρίζει παγκάκια απο χημικά και μολότοφ όπου και στο τελευταίο αποκοιμήκε κιόλας.
Ξύπνησε την επομένη με μια αίσθηση απέραντης μοναξιάς και μοναχικότητας, μάζεψε κόκκους καφέ απο το πάτωμα και μάσησε όσους μπορούσε περισσότερο σαν να έτρωγε ποπ κόρν.
Ο θείος μας λοιπόν την έκτη μέρα ,οδήγησε το τομάρι του σε ένα μπαρ και έψαξε μέσα στα ερείπια για κάποιο κλειστό μπουκάλι του οποίου ο δείκτης της αλκοόλης δεν θα ήταν κάτω απο 40.Με χαρά ξέθαψε εφτά μπουκάλια σκότς, έκατσε σε ένα ξύλινο σκαμπό και ξεκίνησε.Έπινε όλη μέρα και όλη νύχτα και καθώς ο θείος μας δεν ήταν συνηθισμένος σε κανενός είδος κατάχρησης, μέθυσε.
Ο θείος ήταν μόνος.
Ο θείος ήταν πολύ μόνος.
Ο θείος ήταν σταλήθεια μόνος.
Ο θείος μας ήπιε τόσο πολύ σκότς που έπεσε απο το σκαμπό.
Ο θείος μας σύρθηκε μέχρι την τουαλέτα του μπαρ αφού ήταν άνθρωπος με τρόπους και ήξερε πως αυτό που θα ακολουθούσε δεν έπρεπε να γίνει στη μπάρα.
Κι έτσι πάνω απο μια χέστρα, ο θείος μας ξεκίνησε να ξερνάει και να ξερνάει και να ξερνάει.
Ξέρασε το στομάχι του,ξέρασε το συκώτι του, ξέρασε την καρδιά του, τέλος ξέρασε και ένα ολόκληρο πλευρό.
Και κάπως έτσι ο θείος μας τα ξημερώματα της έβδομης μέρας ψόφησε.Καιρός ήταν άλλωστε, είχε αργήσει 7 μέρες.
Κι ενώ όλα έμοιαζαν καταδικασμένα, ακούστηκε ένα κρακ που τέτοιο δεν έχει καταγραφεί ποτέ στην ιστορία της ακουστικής πραγματικότητας της ανθρωπότητας,
ΚΡΑΚ
Και κάπως έτσι, το ξερασμένο πλευρό του θείου μας άνοιξε κι απο μέσα ξεφύτρωσε τι άλλο; Ένα ερμαφρόδιτο γκαστρωμένο μωράκι το οποίο έμοιαζε ακριβώς με τα ερμαφρόδιτα μωράκια που γεννιούνται στις μέρες μας.
Και κάπως έτσι ξεκίνησε ο κόσμος.
Με πολλαπλασιασμό και μαθηματική ακρίβεια, έπειτα απο την ανάλογη έρευνα που διέπραξα, σας διαβεβαιώνω πως αυτή είναι η αρχή μας.
Γιατί σας το λέω τώρα;
Μα γιατί απλά αυτή η βαριά αλήθεια, μου ήταν πια ασήκωτη και η ηθική μου δε μου επέτρεπε να πράξω διαφορετικά.Τώρα που μοιράστηκα μαζί σας αυτή τη πληροφορία ,θα πάω κι εγώ με τη σειρά μου να πιω κανένα σκότς και μη ξεχνάτε πως ξεκίνησαν όλα.
Εν αρχή αναρχία.
Σας γλυκοφιλώ και καληνύχτα.


(*Αφιερωμένο στη χριστιανοσύνη που θέλει τη γυναίκα πλασμένη απο το αντρικό πλευρό, το οποίο κατα τη γνώμη μου είναι πολύ άρρωστο και υπερβολικό σε σημείο να δυσκολεύομαι να πιστέψω πως το σκέφτηκε ανθρώπινο μυαλό.
**Αφιερωμένο στη μαμά και στο μπαμπά μου που με στήριξαν τόσα χρόνια και μου έστελναν λεφτά για να μπορώ να ασχοληθώ διεκπεραιωτικά με την μελέτη μου πάνω στην αλήθεια του κόσμου, την οποία ενώ θα μπορούσα να την έχω τελειώσει σε πέντε χρόνια, μου πήρε δώδεκα μιας και κατά διαστήματα πέρναγα περιόδους πνιγμένα στα ναρκωτικά με τους φίλους μου.
***Αφιερωμένο στον Κωστή Μαραβέγια . Δεν ξέρω ποιος είναι αυτός, κάπου είδα το όνομά του.)


Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

ε λα δω ρε μη φας ολ να σε δω























τώρα πια δε μπορώ
παρα να
παρανα
παρανανασάνω
παρά να
παρανοήσω

παρέα με τους πουθενάδες
έλα και συ να κάνεις
λελεπού τα προηγούμενα
κι αν είσαι
απο γκαφρά στεγνός
υπάρχουν εδώ σολότεκνα κάργα
να σου πέσει το σαγόνι
θα σε πληρώνουν
μέρα νύχτα κιετσι
συ μονάχα άσε τα σορολόπ

και τα επιθετικοπαθητικά

έλα δω να κάνουμε παρέα
ελα δω φορτσάτα

άστους να σου μιλάν στο ρελαντί
έλα μαρσαριστά

ελα να κάνουμε παρέα
να γιουχάρουμε ταδέσποτα
και να φτύσουμε στα πεζοδρόμια απάνω

έλα
και μην έχεις πίεση καμιά

ζωή είναι


θα περάσει


αφιερωμένο στη φίλη μου την Ελένη
που πιστεύει πως ο κόσμος δεν αλλάζει
μα αυτή τον αλλάζει μέρα με τη μέρα.

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2014

α πορεία.

07:00 τα ξημερώματα,σαλόνι,κρασί.σο λονλι.

έβαψα μαύρο το κορμί μου
και το βγαλα στα μπαλκόνια
να στεγνώσει
μα ένα κοράκι με ερωτεύτηκε
νόμιζε πως ήμουνα πουλί
ήρθε να με φιλήσει
με τρόμαξε
κι έπεσα
κάτω
χαμηλά
την επομένη
μαύρο γυναικείο σώμα στεγνό
κάπνιζε τσιμέντο
γυρω του είχε περιστέρια
κόκκινα
κι ένα κοράκι αποδίπλα
κράταγε ομπρέλα

ξημέρωνε εμφύλιος