Τετάρτη, 14 Μαΐου 2014

Παρα άγνοια.

Ξημέρωμα.Οι δείκτες αγγίζουν, ο ένας το εφτά κι ο άλλος το τρία.Αυτή άυπνη,ζωγραφίζει και ακούει μουσική.Τι μουσική;Η μουσική τέτοιες ώρες δεν έχει σημασία.Ο,τι μουσική ακούγεται, τέτοιες ώρες, μπαίνει αθόρυβα στα όνειρα αυτών που μεθυσμένοι έπεσαν για ύπνο ,μόνοι ή ζευγαρωμένοι,δυστυχισμένοι ή τυχεροί.
Σκέφτεται το κρεβάτι της και θυμάται πως είναι γεμάτο με μαρκαδόρους,ρούχα μπουφάν,χαρτιά βιβλία,κραγιόν και πλυμένα στρινγκ.Δε θέλει να τα σπρώξει όλα στην άκρη,δε θέλει να τα ενοχλήσει.Πολύ της αρέσει αυτή η σύνθεση της καθημερινότητας που τόσες μέρες άθελα της δημιούργησε εκεί πάνω.Το φως βιάζει τα παράθυρα και προκλητικά ,γδύνεται μπροστά στα μάτια της.Αυτή απαντάει, φορώντας την μαύρη καμπαρτίνα της και βγαίνοντας στο δρόμο.
Στο δρόμο μόνο εργάτες,δέρνουν τα πεζοδρόμια και πιστοί οδηγούν τα καλογυαλισμένα τους λουστρινέ παπούτσια στους ναούς τους.Ξένη κι άγνωστη προσπερνάει τους πάντες μοιράζοντας καλημέρες,λες και ζει σε χωριό,λες και ζει σε νησί.Ανάθεμα αν κάποιος ανταποδίδει.Δεν την νοιάζει όμως.Βρήκε έναν ακόμα λόγο να βγει από το σπίτι της.Ο άλλος είναι μια ζαμπονοτυρόπιτα.
Τα βήματα της ,την οδηγούν (που αλλού) δίπλα στο νερό,δίπλα στη βρομερή αυτή λίμνη η οποία ,όσους εξερευνητές έχει αυτή η πόλη, τους καλεί κοντά της.
Κοιτάει τη λίμνη και ύστερα το έδαφος.
Κοιτάει τις παλάμες της κι έπειτα τη λίμνη.
Θα μπορούσε να κάτσει δίπλα της ώρα ,αλλά προτιμά να σταθεί μόνο μερικά λεπτά.Την πληροφορία την έχει πάρει ήδη άλλωστε.Δε μετανιώνει που πήγε μα καλά κάνει και φεύγει.Της έκανε τη χάρη.Της έκανε παρέα.Το κάλεσμά της το ένοιωσε και πράγματι,σε κανένα κάλεσμα αυτού του κόσμου δεν αρμόζει η απουσία.
Αυτή η πόλη δε τη χωράει άλλο.Σε όποιο στενό,σε όποιο παράδρομο, νοιώθει πως δεν έφυγε από το σαλόνι της ,ποτέ.Το κάθε σημείο,το κάθε στοιχείο την έχει αγαπήσει,την έχει βαρεθεί.Το μυαλό της παίζει με τους χρόνους,τους λόγους,τις κλίσεις,τα ονόματα και τα αποσιωπητικά.Το μόνο που την κρατάει εδώ είναι μια σειρά από προτεραιότητες που δεσμεύτηκε στον εαυτό της πως δε θα προδώσει.
Γυρνάει σπίτι και παίζει με τον σκύλο της.Έντεκα χρονών σκύλος,ακόμα κι αυτόν σιχάθηκε να τον βλέπει.
Αποφάσισε πως θα εκμεταλλευτεί την αϋπνία της.

Αυτό το νόμιμο και δυνατό ναρκωτικό της αϋπνίας είναι το πιο βάρβαρο.Όταν όλοι θα ξυπνάνε το πρωι και θα ξαναγεννιούνται,αυτή θα ξέρει.Αυτή θα κουβαλάει το χθες και το χθες όσο θα προχωράει η μέρα, θα την δυσκολεύει,μέχρις ότου να την πάρει αγκαλιά στο τέλος του σήμερα ,στη νύχτα του σήμερα και εν αγνοία της να τη ληστέψει,να την ξεγελάσει,να μη θυμάται πια τι έγινε χθες και ούτε σήμερα και να ξυπνήσει αύριο ,μόνο για το αύριο.Ας μη κάνουμε υποθέσεις όμως άλλες.Ας την αφήσουμε να ζήσει το σήμερα, κουβαλώντας το χθες, ελπίζοντας πως το σήμερα θα την ετοιμάσει για το αύριο.
Και φτου κιαπτην αρχή.
Και φτου κιαπτο τέλος.
Το καλημέρα και το καληνύχτα είναι δυο λέξεις αναγκασμένες να ερωτεύονται η μια την άλλη διαρκώς,
όπως το φως αναγκάζεται να παραχωρήσει τη θέση του στο σκοτάδι,
όπως το σκοτάδι δεν μπορεί να υπάρχει, χωρις να ελπίζει στο φως.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου