Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

οκτα push.

Πού είναι το μυαλό μου;
Πού είναι τα πνευμόνια μου;
Όλα τα φώτα είναι αναμμένα εδώ μέσα δεν βλέπω τίποτα.
Κι εγώ χταπόδι.
Το ένα μου χέρι, κρατάει τσιγάρο.
Το άλλο
μοντάρει κουμπιά στον νιπτήρα.
Ένα άλλο ψάχνει κράκερς στην κουζίνα κι ένα άλλο,
ξύνει ένα άλλο
που το τσίμπησε κουνούπι.
Κάποιο άλλο
ανακατεύει ρούμι-COCA COLA
και ένα ακόμα
βάζει στο πλυντήριο μόνο τα μπλε ρούχα.
Το όγδοο είναι
 ,φυσικά,
στα πόδια σου ανάμεσα.
Και κάπου διάβασα
πως σε ένα χταπόδι τα πλοκάμια αγγίζουν 

τα 438 χιλιόμετρα.




Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

Η Φωνή.

Τα λεπτά αγκαλιάζονται
ο χρόνος λιγοστεύει,
η αντίστροφη μέτρηση ξεκινάει.
Οι κόρες συστέλλονται,
το πλήθος σιωπά
και ιδρώνει.
Ο Χριστός φοράει κόκκινη γραβάτα,
η ορχήστρα παίζει.
Τα περιστέρια ευθυγραμμίζονται πάνω
σε καλώδια,
τα πυροτεχνήματα δυναμώνουν.
Οι ζίπο κλείνουν για τελευταία φορά
και ο αέρας κοκαλώνει.
Και επιτέλους η Φωνή:

"ΚΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΙ ΔΥΣΤΥΧΩΣ
ΟΥΤΕ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΜΕΡΑ
ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗ.
ΔΕΝ ΣΤΑΜΑΤΑΜΕ ΝΑ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΜΕ.
ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ ΑΥΡΙΟ ΝΑ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΟΥΜΕ."

Με άλλα λόγια αύριο

πάλι με χανγκ οβερ.




*για τον συκάτοικο "ιάλοου"

Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

Μπαρbar.

Η λάμπα αναμμένη στην γωνία,
ένα κορίτσι από την Κίνα μιλάει στον αγαπημένο της
στο μπαρ, τα σαξόφωνα φωνάζουν.

Θλιμμένη μουσική, ενώ το αγόρι με το άσπρο ζιβάγκο
πουλόβερ, pull-over,
ξελογιάζει τον μουσικό από την Πολωνία
που έχει μείνει μετά το πάρτυ.

Ο πόθος παραμένει, συνεχίζεται στην λάμψη
της νύχτας, αναζητώντας τον εραστή της
αχ πάμε,

να ψάξουμε 
ανάμεσα στα τσιπς και στα αγόρια
για τον τέλειο
τον άπιαστο εραστή

που δεν έρχεται μέσα
με τον φρέσκο αέρα και την θάλασσα
αλλά μένει σπίτι, κρυμμένος στα σεντόνια
μόνος, αχ ο απαίσιος πόνος

καθώς η μηχανή του ταμείου κουδουνίζει
και ο μπάρμαν διώχνει

τα μπουκάλια απ' το μπαρ.




Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

Με ρέντα.

Θέλω να ξεράσω όλη την Αίγυπτο.
Θέλω να κατουρήσω όλη την Ασία.
Θέλω να χύσω όλη την Αμερική.
Θέλω να σκουπίσω όλες τις Ινδίες.
Θέλω να βουλιάξω όλη την Αυστραλία.
Προς το παρόν,

είμαι στο Άμστερνταμ και τρώω μερέντα.



Σάββατο, 13 Ιουλίου 2013

Γιατί είμαστε ακόμα εδώ;

Άνθρωποι σκοτώνουν μέσα σε εκκλησίες,
πουλιά στριγγλίζουν 
για να μην κοιμηθεί κανείς μας.
Οι γιαγιάδες ξεθάβουν 
τις πιο τρομακτικές τους ιστορίες
και τις διηγούνται γυμνές πάνω σε ταράτσες.
Τα τσιγάρα συνωμοτούν για βανδαλιστικές βραδιές
και ένα μωρό 
τρώει τα δάχτυλα του ποδιού του.
Οι γλώσσες μας, 
λένε ο,τι θέλουν χωρίς να μας ρωτάνε
και το φως δείχνει τις σκιές
πιο σκοτεινές από ποτέ.
Οι σφαίρες εκτροχιάζονται
και τα ελάφια αυτοκτονούν.
Το χιόνι καίει,λιώνει τα σκουφιά μας
και στα τρελάδικα κάθε Κυριακή
έχουν μάθημα ζωγραφικής.
Οι φυλακές γίναν φαστφουντάδικα,
οι βρύσες βγάζουν μόνο βυσσινάδα με ανθρακικό,
τα τηλέφωνα χτυπάνε συνέχεια χωρίς λόγο
και οι συναγερμοί
παίζουν σακεντέλικ κάθε φορά
που κάποιος μπαίνει σπίτι του.

Χθες σε ρώτησα γιατί είμαστε ακόμα εδώ.
Μου είπες πως δεν έχουμε λεφτά.


Γάμα τα λεφτά,εγώ λέω να την κάνω.



Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2013

Ξιφίας.

Είδα τον ξιφία.
Στα βράχια καθισμένη σταυροπόδι
εκεί που ο ορίζοντας καμπυλώνει.

Ρώτησα πρώτους τους καρχαρίες
μήπως τον πέτυχαν σε κάποιο στενό
να πίνει ή 
να πουλάει.
Μου απάντησαν πως ο ξιφίας που ψάχνω
είναι ψεύτης.

Ρώτησα δεύτερες τις γοργόνες
μήπως τραβιέται με καμιά από δαύτες 
ή
αν ξέρει κάποια τον αριθμό του.
Μου απάντησαν πως ο ξιφίας που ψάχνω
είναι ψεύτης.

Ρώτησα και τα φύκια μήπως
μεθυσμένος έπεσε και πνίγηκε ή
αν μετακόμισε.
Μου απάντησαν πως ο ξιφίας που ψάχνω
είναι ψεύτης.

Δεν ρώτησα ξανά.
Φώναξα αρκετές φορές τον όνομά του
και τον είδα,
τον ψεύτη.
Μου είχε υποσχεθεί πως δεν θα τον ξαναδώ
γι´ αυτό και γώ τον έκοψα στην μέση
και τον άφησα να φύγει.


Αλλά απο᾽ δω και πέρα
κομμένα
τα ψέμματα.





Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013

δεν/μεχρι/θα

Αναστρέψιμη κατάσταση
σε αυτόν τον χωροχρόνο,
δεν υπάρχει.
Τα ψάρια θα συνεχίσουν
να πηγαίνουν με το ρεύμα
και σε δάση καταπράσινα,
τα χρωματιστά πουλιά,
θα συνεχίσουν να τραγουδάνε.
Και μέχρι την μέρα
που η στάθμη του νερού θα ξανανέβει,
τα δάση θα μαυρίσουν
και τα κωλάδικα θα γίνουν ασθενοφόρα,
θα ορκιζόμαστε με το αριστερό χέρι
σε υπόγεια δικαστήρια.


Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2013

Τσιγάρο.

Ακροβατώ στα χείλη ενός μπουκαλιού και πέφτω μέσα.
Βουτάω μέσα στην μπύρα και κολυμπώ προς την επιφάνεια.
Ανασαίνω λαίμαργα μέσα σε ένα πηγάδι.
Σκαρφαλώνω στους τοίχους και βγαίνω από την κίτρινη λάμπα.
Κουτσομπολεύω με τα κουνούπια.
Ψάχνω στο εσωτερικό της τσάντας μου για να βρω κάτι που δεν υπάρχει.
Βρίσκω τον διακόπτη από το διπλανό δωμάτιο.
Τον καταπίνω με νερό και σταματάει ο πονοκέφαλος.
Η μαμά μου πάντα μου έδινε σιρόπι για τον βήχα.
Πόσο θέλω ένα τσιγάρο όμως τώρα.

Ζητάω ένα ποτό από το μπαρ που δουλεύω εγώ.
Μπαίνω από μέσα και το βάζω.
Ευχαριστώ/παρακαλώ.
Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει μέσα ένας τελειωμένος.
Μου δίνει τα λεφτά για το πρώτο του ποτό απόψε.
Του δίνω ρέστα 19 φιλιά και 23 χαμόγελα.
Μετά…

Ρίχνω στο μπουκάλι μια γόπα και πέφτει μέσα.
Βουτιέται και βγαίνει στην επιφάνεια.
Πίνω κι άλλο λαίμαργα και νοιώθω το μαγαζί πηγάδι.
Πόσο θα ήθελα να είμαι η κατσαρίδα που σκαρφαλώνει στον τοίχο 
δίπλα από την κίτρινη λάμπα.
Δυστυχώς καταλήγω να κουτσομπολεύω με ανθρώπους ενοχλητικούς
σαν κουνούπια.
Από αμηχανία ψάχνω την τσάντα μου και κάποιος με ρωτάει για τα φώτα της τουαλέτας.
Του δείχνω τον διακόπτη.
Κατεβάζω ντεπόν μπας και μου φύγει ο πονοκέφαλος.
Η μάνα μου συνέχεια φωνάζει επειδή βήχω πολύ.


Πόσο θέλω ένα τσιγάρο όμως τώρα.


Τρίτη, 2 Ιουλίου 2013

Μέτρα.

Μετράω τους καφέδες που ήπια σήμερα.
Μετράω το πόσο σε σκέφτηκα απο την στιγμή που ξύπνησα και 
μετράω σε πόσους ύπνους μου ήσουν μέσα.
Μετράω τις μέρες μέχρι να δώ τον ήλιο.
Μετράω τις θλιμμένες μου γκριμάτσες και 
μετράω την απόσταση που διανύω συνολικά μέσα στο σπίτι μου.
Μετράω τα ποτά που ήπια χθές και 
μετράω το πόσες φορές σε άκουσα να λες το όνομά μου.
Μετράω πόσα πράγματα θέλω να κάνω και πόσα πράγματα θέλω να κάνουμε.
Μετράω τα αποτσίγαρα στις παραλίες που θέλω να σε πάω και 
μετράω τους κόκκους άμμου που θα κολλήσουν πάνω μας,εκεί.
Μετράω τις λέξεις.
Μετράω τις μπάρμπι που έχω αποκεφαλίσει και 
μετράω το πόσες φορές δεν έκανα αυτά που σου υποσχέθηκα.
Μετράω τα χρώματα που έχω βάψει τα μαλλιά μου και 
μετράω την απόστασή μου απο το πιο βαθύ σημείο του μυαλού σου.
Μετράω τα συγνώμη και τα ευχαριστώ και 
μετράω τις ενέσεις τεστοστερόνης που χτυπιούνται στα παρκάκια.
Μετράω τα χαμόγελα που έχω αγοράσει και αυτά που μου δόθηκαν τζάμπα.
Μετράω τις σιωπές που επέλεξα και αυτές που μου επέβαλαν.

Όσα και να μετράω τα δάχτυλά μου θα είναι πάντα λιγότερα.


Γαμώτο.